-Φοβάμαι, που όταν θα την ξαναδώ μετά από καιρό και θα είναι μακριά, δεν θα μπορώ να την αγκαλιάσω, δεν θα μπορώ να την αγγίξω.. Θα είναι τόσο παράξενο. -Μα γιατί, πότε ήταν κοντά, πότε την άγγιξες;
Την πόθησα τόσο πολύ Την αγάπησα τόσο πολύ Ήθελα τόσο πολύ να την μάθω Ήθελα τόσο πολύ να την νιώσω Την πήρε το λεωφορείο Την φαντάστηκα.. 11 μήνες.. τόσο πολύ. Το μόνο που έμεινε είναι μια φωτογραφία και μια χαράδρα στην καρδιά. Κι όταν τα δάκρυα στερέψανε, έμεινε απλά η θλίψη. Κι εγώ έμεινα εδώ.. να σνιφάρω το άρωμά της από την καρέκλα..
Να μην έχεις κάποια που να σε αγαπάει και να νοιάζεται για ‘σένα.
Να σε παίρνει τηλέφωνο και η γλυκιά φωνή της να λέει "πώς είσαι αγάπη μου;" Να σε αγκαλιάζει. Να σε χαϊδεύει. Να είναι δίπλα σου. Να κοιμάσαι μόνος. Να ξυπνάς μόνος. Να
βγαίνεις βόλτα μόνος, ακόμη και όταν είσαι με παρέα. Να είναι Παρασκευή βράδυ
και κανείς να μην σου έχει τηλεφωνήσει. Να είσαι μόνος. Πάλι.
-ήρθε το τέλος. είναι το τέλος; θέλεις να είναι, πρέπει να είναι ή θέλουν να είναι; και πρέπει να επιλέξεις. πως θα το διαχειριστείς; πως θα αντιδράσεις; τι θα πεις; ή θα κρυφτείς;